βοίδιον

βοίδ-ιον, τό, Dim. of βοῦς, Ar. Ach.1036, Arist.HA522b14, PSI1.84 (iv/v A. D.):—also [full] βοιΐδιον, AP7.169; [full] βούδιον (rejected by Phryn.69), Hermipp.35.2, PFlor. 150.2 (iii A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βοίδιον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοιδίω — βοίδιον neut nom/voc/acc dual βοίδιον neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοιδίοιν — βοίδιον neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοιδίοις — βοίδιον neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοιδίου — βοίδιον neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοιδίων — βοίδιον neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοιδίῳ — βοίδιον neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοίδια — βοίδιον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βους — ο (AM βοῡς, ο, Α και βοῡς, η) βόδι (ταύρος, αγελάδα ή μοσχάρι) (αρχ. μσν.) φρ. «βοῡς ἐπὶ γλώσσῃ βέβηκε», «βοῡς ἐπὶ γλώσσης ἐπιβαίνει», «βοῡν ἐπὶ τῆς γλώττης ἔχω» βουθαίνομαι, δεν αποκαλύπτω αυτά που γνωρίζω αρχ. βοῡς, η 1. δέρμα βοδιού, ασπίδα 2 …   Dictionary of Greek

  • βοϊδάριον — και βοΐδιον, το (Α) μικρό βόδι, μοσχαράκι. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκοριστικά του βους] …   Dictionary of Greek

  • βόιδι — και βόδι και βούδι (AM βοΐδιον, Μ και βόδιν) βλ. βόδι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.